φαλακρώνω

φαλακρώνω
[-ώ (ο)] см. φαλακραίνω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φαλακρώνω" в других словарях:

  • φαλακρώνω — φαλακρῶ, όω, Α [φαλακρός] κάνω κάποιον φαλακρό νεοελλ. (αμτβ.) γίνομαι φαλακρός αρχ. μέσ. φαλακροῡμαι, όομαι γίνομαι φαλακρός, κάνω φαλάκρα …   Dictionary of Greek

  • φαλακρώνω — φαλάκρωσα, φαλακρώθηκα, φαλακρωμένος 1. μτβ., κάνω κάποιον ή κάτι φαλακρό (βλ. λ.). 2. αμτβ., γίνομαι φαλακρός, μου πέφτουν τα μαλλιά, κάνω φαλάκρα: Ο θείος σου πολύ φαλάκρωσε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαλακρώ — (I) άω, Μ [φαλακρός] είμαι ή γίνομαι φαλακρός. (II) όω, Α βλ. φαλακρώνω …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»